Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Στην αναζήτηση της Ιφιγένειας...

Και προσπαθώντας να μαζέψεις τις σκόρπιες σκέψεις, πάλι κάτι θα συμβεί, θα θυμηθείς την Ιφιγένεια, τον Στέφανο, τον γιο τους, την γιαπωνέζα (που μπορεί να ήταν και κινέζα) ερωμένη κι όλα αυτά θα σε οδηγήσουν χρόνια πίσω.... κι εκεί αρχίζουν τα "θέλω"... Θέλω να χαμογελώ, όπως και τότε, θέλω να αγκαλιάζω, όπως και τότε... θέλω να συζητώ, να αφουγκράζομαι, να σκέφτομαι, να περπατώ, να σχεδιάζω, να ονειροπολώ, να μοιράζομαι, ακριβώς όπως και τότε... Κι αρχίζει η σκέψη να γίνεται όλο και πιο μπερδεμένη, περίπλοκη και αναρωτιέσαι, ψάχνεις να βρεις ομοιότητες, διαφορές, χρώματα και αποχρώσεις...

Τι έχει μείνει σήμερα από τον έρωτα της Ιφιγένειας με τον Στέφανο, τι απέγινε ο μπόμπιρας γιος, έφτιαξε τη ζωή της η, νεαρή τότε, γιαπωνέζα; Ποιος ήταν τελικά το θύμα σε όλη αυτήν την ιστορία και ποιος ο θύτης; Αν συναντούσα και πάλι σήμερα αυτήν την οικογένεια που πραγματικά μου έχει λείψει, θα απογοητευόμουν ή θα χαιρόμουν με αυτήν την εξέλιξη; Θα υπήρχε ακόμη ο δυνατός έρωτας; η δυνατή αγάπη; το ταίριασμα το μοναδικό, το αντάμωμα το μοιραίο; Ήταν αυτό που έλεγε κάποτε ο ποιητής "οι άνθρωποι είναι άγγελοι με ένα φτερό για να πετάξουν πρέπει να αγκαλιαστούν", αλλά σημασία έχει να είναι φτερά στο ίδιο μήκος... Για να μπορείς τα θέλω σου να γίνουν επιθυμία, σκοπός και ελπίδα, όχι δική σου...

Και αναρωτιέσαι πάλι και πάλι τι θα πει νωρίς; πόσα έχεις ακόμη να πεις που δεν είπες; πόσα ήθελες να κάνεις που δεν πρόλαβες; και ξεκινάς το δρόμο της επιστροφής, αλλά τίποτε δεν είναι ίδιο, τίποτε δεν είναι όπως παλιά, ακόμη και το είδωλό σου στον καθρέφτη είναι αλλιώτικο, είναι διαφορετικό, που όσο κι αν σ' αρέσει ή έστω αν το προτιμάς, δεν είναι ίδιο... και θέλεις το σκηνικό να το αλλάξεις, να το καταστρέψεις, να το φτιάξεις πάλι από την αρχή... Εσύ. Και δεν ξέρεις τι να κρύψεις, τι να χαρίσεις, τι να πετάξεις... και γυρεύεις κάτι στη ζάλη του μυαλού, που θα σε οδηγήσει πάλι στη σιωπή... Άλλωστε, είπαμε, τη σιωπή εκείνη του λόφου, με θέα όλη την Αθήνα, πολύ τη λησμονούμε. Κάπως έτσι αγαπήσαμε, ερωτευτήκαμε, δακρύσαμε, και εξομολογηθήκαμε... Ακόμη και με τη σιωπή μας, οι φίλοι μας γνώριζαν, δεν έχει σημασία το γεγονός, αλλά το συναίσθημα....

Και είναι οι ίδιοι φίλοι που γνώριζαν τα χαμόγελά μας, γιατί κάθε χαμόγελο είναι διαφορετικό, κάθε χαμόγελο κρύβει κάτι μοναδικό... Ακριβώς, όπως οι σχέσεις των ανθρώπων... Πόσο πολύπλοκα τα χαμόγελα...

Τα πάντα, εξάλλου, είναι σχέση... Ο άνθρωπος σχετίζεται με τους άλλους ανθρώπους, σχετίζεται με το Θεό, σχετίζεται με το Περιβάλλον... Πόσο πολύπλοκα τα χαμόγελα...

Κι ακόμη κι αν καταφέρναμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω, τι θα μπορούσαμε να αλλάξουμε; και τι θα αντέχαμε να αλλάξουμε; Πόσα χαμόγελα θα κρύβαμε ή πόσα ακόμη θα χαρίζαμε;

Δε θα μιλήσω για το μέλλον και δεν θα πω "άδραξε τη μέρα", δε θα πω πως αφήνω πίσω το παρελθόν και πάω για νέα χαμόγελα, ξέρω ότι το ταξίδι στο χρόνο είναι ουτοπικό, αλλά ας μου επιτραπεί να αναπολώ την εποχή της Ιφιγένειας και του Στέφανου. Δεν μένω στάσιμος, αλλά είναι στη μνήμη μου βαθιά χαραγμένες οι μορφές τους, τα χαμόγελά τους και πάντα θα ελπίζω πως θα ανταμώσουμε ξανά, θα σχετιστούμε και θα χαμογελάσουμε όλοι μαζί...

Πόσο πολύπλοκα τα χαμόγελα....

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Είναι αυτές οι στιγμές που στο άκουσμα μιας νότας, το μυαλό αρχίζει τα δικά του παιχνίδια. Είναι οι στιγμές που αρχίζεις να αμφισβητείς τα θέλω, τα πρέπει, τα μη και τα όχι κι όλα αυτά χωρίς γιατί. Επειδή έτσι θεωρείς ότι είναι το σωστό. Η σωστή επιλογή, η επιλογή που παίζει με τους όρους που ποτέ δεν ήθελες να ακολουθήσεις. Κι ενώ κλείνεις τα μάτια κι ονειρεύεσαι το ταξίδι που ποτέ δεν έκανες, η αφύπνιση παίρνει μορφή σε μια σταγόνα αλμυρή και είναι η ίδια στιγμή που αναπολείς τα παιδικά τα χρόνια, τις παιδικές αναμνήσεις που είναι τόσο βαθιά θαμμένες, σαν να ήθελαν από μόνες τους να ξεχαστούν.

Μα εσύ ψάχνεις συντροφιά αυτές τις νύχτες που δεν ξημερώνει. Τις νύχτες που στο ολόγιομο φεγγάρι ζωγραφίζεις ένα πρόσωπο. Μα το βλέπεις καθαρά, ξεχωρίζεις το στόμα το βουβό, τα μάτια τα θλιμμένα που χαμηλά κοιτούν λες και ντρέπονται να σε αντικρίσουν, τις ρυτίδες στο μέτωπο που μαρτυρούν τα δικά τους μυστικά, που μοιάζουν τόσο μα τόσο πολύ με τα δικά σου, λες και κάποιος τα εξομολογήθηκε. 

Κι ενώ η νύχτα συνεχίζεται, η μοναξιά γίνεται ακόμη πιο οικεία, το μυαλό συνεχίζει να παίζει. Μόνο του. Δε σε θέλει συμπαίκτη, αλλά αντίπαλο. Και προσπαθείς και προσπαθείς. Και είναι το άκουσμα μιας φιλικής χροιάς με το άπλωμα ενός χεριού, που αν δεν καταφέρει να σε σηκώσει θα είναι εκεί για να σιγήσει μαζί σου. Να συνομιλήσει με τη δική σου σιωπή και να παίξει μαζί σου ενάντια στο μυαλό. 

Πάντα το πρόσωπο στου φεγγαριού την όψη θα έχει την ίδια μορφή. Πάντα εσύ χαμηλά κι αυτό εκεί. Αγνοώντας, όμως, που υπάρχει η ζωή... 

Στη μέση της θάλασσας με τον άνεμο συντροφιά που φέρνει το ζεστό φιλί και τις νότες να οργιάζουν σε ένα χορό στο φως του φεγγαριού... Πάντα εσύ χαμηλά κι αυτό εκεί... 

Με τη βρεγμένη σκέψη και τη σιωπή να αγγίζει το σαρκίο να συνεχίζεις για αυτά που ξεκίνησες με το σεληνόφως να σου θυμίζει τα θαύματα... Πάντα εσύ χαμηλά κι αυτό εκεί... 

Μα μόνο από αυτή τη θέση θα απολάμβανες ένα τέτοιο ταξίδι...