Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Είναι αυτές οι στιγμές που στο άκουσμα μιας νότας, το μυαλό αρχίζει τα δικά του παιχνίδια. Είναι οι στιγμές που αρχίζεις να αμφισβητείς τα θέλω, τα πρέπει, τα μη και τα όχι κι όλα αυτά χωρίς γιατί. Επειδή έτσι θεωρείς ότι είναι το σωστό. Η σωστή επιλογή, η επιλογή που παίζει με τους όρους που ποτέ δεν ήθελες να ακολουθήσεις. Κι ενώ κλείνεις τα μάτια κι ονειρεύεσαι το ταξίδι που ποτέ δεν έκανες, η αφύπνιση παίρνει μορφή σε μια σταγόνα αλμυρή και είναι η ίδια στιγμή που αναπολείς τα παιδικά τα χρόνια, τις παιδικές αναμνήσεις που είναι τόσο βαθιά θαμμένες, σαν να ήθελαν από μόνες τους να ξεχαστούν.

Μα εσύ ψάχνεις συντροφιά αυτές τις νύχτες που δεν ξημερώνει. Τις νύχτες που στο ολόγιομο φεγγάρι ζωγραφίζεις ένα πρόσωπο. Μα το βλέπεις καθαρά, ξεχωρίζεις το στόμα το βουβό, τα μάτια τα θλιμμένα που χαμηλά κοιτούν λες και ντρέπονται να σε αντικρίσουν, τις ρυτίδες στο μέτωπο που μαρτυρούν τα δικά τους μυστικά, που μοιάζουν τόσο μα τόσο πολύ με τα δικά σου, λες και κάποιος τα εξομολογήθηκε. 

Κι ενώ η νύχτα συνεχίζεται, η μοναξιά γίνεται ακόμη πιο οικεία, το μυαλό συνεχίζει να παίζει. Μόνο του. Δε σε θέλει συμπαίκτη, αλλά αντίπαλο. Και προσπαθείς και προσπαθείς. Και είναι το άκουσμα μιας φιλικής χροιάς με το άπλωμα ενός χεριού, που αν δεν καταφέρει να σε σηκώσει θα είναι εκεί για να σιγήσει μαζί σου. Να συνομιλήσει με τη δική σου σιωπή και να παίξει μαζί σου ενάντια στο μυαλό. 

Πάντα το πρόσωπο στου φεγγαριού την όψη θα έχει την ίδια μορφή. Πάντα εσύ χαμηλά κι αυτό εκεί. Αγνοώντας, όμως, που υπάρχει η ζωή... 

Στη μέση της θάλασσας με τον άνεμο συντροφιά που φέρνει το ζεστό φιλί και τις νότες να οργιάζουν σε ένα χορό στο φως του φεγγαριού... Πάντα εσύ χαμηλά κι αυτό εκεί... 

Με τη βρεγμένη σκέψη και τη σιωπή να αγγίζει το σαρκίο να συνεχίζεις για αυτά που ξεκίνησες με το σεληνόφως να σου θυμίζει τα θαύματα... Πάντα εσύ χαμηλά κι αυτό εκεί... 

Μα μόνο από αυτή τη θέση θα απολάμβανες ένα τέτοιο ταξίδι...